3.4

Συνέχισε να περπατάει στους σκοτεινούς δρόμους του Παρισιού δίχως συγκεκριμένο προορισμό. Δεν μπορούσε να βγάλει την Lucia από το μυαλό του. Θυμόταν το γλυκά διαβολικό χαμογελό της, που καμία κοινή θνητή δεν θα μπορούσε να είχε, και πως αυτό ερχόταν σε παντελή αντίθεση με το αθώο κατα τ'άλλα προσωπό της. Ουδείς μπορούσε να της αντισταθεί θνητός ή δαίμονας, ιδιαίτερα με αυτό το διαoλεμένο ψηλό κορμί που κοσμούταν από το υπέροχο πλούσιο στήθος, που παρόλο το μέγεθος του δεν έχανε ποτέ την σφρυγιλότητα του. Διαολεμένος άγγελος, διαoλεμένη μοναδική του αγάπη. Δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η γυναίκα της ζωής του και ύστερα από τόσο καιρό μακριά της την ήθελε και την είχε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Πόσο μακριά του να βρισκόταν άραγε, αναρωτήθηκε ξανά.

Όχι και τόσο μακριά του και συγκεκριμένα στην γειτονική Ιταλία η Luciα βρισκόταν στο πλευρό του Jack ο οποίος ρωτούσε επίμονα αλλά με ασθενική φωνή μία σειρά από εύλογα ερωτήματα σχετικά με το που βρισκόταν, πώς βρέθηκε εκεί και όλα τα συναφή, δίχως σταματημό. Δεν είχε βγεί ακόμα από ντελήριο του και η Lucia απλά ακούμπησε το δάχτυλο της στα χείλη του και του έκανε νόημα να σωπάσει. Ύστερα τον ανασήκωσε με ευκολία προς το μέρος της και ο Jack δεν φάνηκε να αντιδρά. Ακούμπησε το κεφάλι του ανάμεσα στα στήθη της τα οποία τον αγκάλιασαν στοργικά. Ταυτόχρονα, τον χαίδευε απαλά στο κεφάλι σαν να ήταν μικρό παιδί. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά δίσταζε. Αυτός ο μισοζαλισμένος άντρας στα χέρια της ήταν έτοιμος για την τελετή και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να της αντισταθεί, κυρίως στην κατάσταση που βρισκότανε. Το μυαλό της πήγε φευγαλέα στον Bob, για αυτόν τα έκανε όλα, για αυτόν το έκανε και αυτό. Ύστερα κοίταξε το πρόσωπο του θνητού που πίστευε ότι ήταν το κλειδί της όλης ιστορίας. Άραγε θα συμφωνούσε οικιοθελώς στην τελετή αν ήξερε ότι δεν θα ήταν ποτέ ξανά άνθρωπος? Δεν είχε σημασία, το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή ήταν να τον κάνει τουλάχιστον να το απολαύσει. Άφησε να κυλήσει απαλά από τους ώμους της το μεταξωτό ύφασμα που την τύλιγε και έβγαλε και τα τελευταία ρούχα του Jack ξαπλώνοντάς τον. Άρχισε να τον χαιδεύει σε όλο το το σώμα του χρησιμοποιώντας το δικό της και τρίβωντας το στήθος της πάνω στο δικό του. Πρός έκπληξη της είδε ότι το σώμα του ανταποκρινόταν και έτσι πήρε τα χέρια του και τα έβαλε γύρω από την μέση της. Έκατσε επάνω του και άρχισε να λικνίζεται ρυθμικά ακουμπώντας τα δικά της χέρια στο στήθος του. Συγκεντρώθηκε γιατί ήξερε ότι όλα εξαρτόνταν από την στιγμή της κορύφωσης, την στιγμή που χάνεται η έννοια του χρόνου, εκείνη την στιγμή που γίνεται η απόλυτη ένωση τότε και μόνο τότε θα έπρεπε να περάσει στον θνητό την δαιμονική της αύρα.

(by thanos)