5.1

«Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τί στο δαίμωνα κάνουμε ακόμα σε αυτή την κωλοκαφετέρια;» Είπε ο Τζακ εκνευρισμένος.
«Τι στον ποιον;» Ο Μπομπ τον κοίταξε ανασηκώνοντας τα φρύδια, ένα βλέμα που τον έκανε να το βουλώσει αμέσως.
«Δεν έχει κι άδικο, Μπομπ. Ενάμιση χρόνο εδώ πέρα και δεν έχουμε καν ολοκληρώσει τις συστάσεις.» Η φωνή της Έλενα φαινόταν να έχει επίδραση ακόμα και στο θηριώδη ξένο, που ανακάθισε ξεφυσώντας, πήρε τον καφέ του Τζάκ στο χέρι του και τον έφερε στα χείλη του. Την επόμενη στιγμή ωστόσο, τον απομάκρυνε με μια έκφραση αηδίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Κρύωσε κι αυτή η μαλακία.»
«Χαλάρωσε. Ας ηρεμήσουμε και ας κάτσουμε να σκεφτούμε πώς μπορούμε να βρούμε τον υπεύθυνο για αυτή την εκνευριστική καθυστέρηση. Κι όταν τον βρούμε...» Ξαναείπε η Έλενα με νόημα.
«Ίσως μπορεί να μας βοηθήσει αυτός ο ηλίθιος.» Ψιθύρισε ο Μπομπ, γέρνωντας συνωμοτικά πάνω από το τραπέζι. «Κάποιος λόγος πρέπει να υπάρχει που μου έχει γίνει κολαούζος. Κάποιο ρόλο πρέπει να παίξει κι αυτός σε αυτή την υπόθεση.» Ο Τζακ κοίταξε διερευνητικά τον χλωμό, κοκκινομάλλη νεαρό που στεκόταν ακόμα όρθιος και τους παρακολουθούσε.
«Για έλα εδώ εσύ.» Η Έλενα χαμογέλασε ζεστά. Ο νεαρός πλησίασε το τραπέζι με μικρά, νευρικά βήματα. «Κάθησε. Μπορείς να βρεις ποιος ευθύνεται για αυτή την κατάσταση;»
Έγνεψε καταφατικά. «Αν τελείωσες τον καφέ σου γύρνα το φλυτζάνι ανάποδα» Η τρεμάμενη φωνή του είχε έναν ενοχλητικό, διαπεραστικό τόνο. Η Έλενα τον κοίταξε παραξενεμένη, μα έκανε αυτό που της ζήτησε. Ο νεαρός άρχισε να ψέλνει σιγανά μέσα από τα δόντια του, σε μια ακατάληπτη, αρχαία γλώσσα, που έκανε ακόμα και τον Μπομπ να ανατριχιάσει.
Ένα λεπτό μετά, το λιπόσαρκο χέρι του νεαρού έπιασε το φλυτζάνι, το γύρισε αργά και το ξανααπίθωσε στο πορσελάνινο πιατάκι. Τέσσερα πρόσωπα στριμώχτηκαν πάνω από το τραπέζι, προσπαθώντας να δουν καλύτερα. Με φρίκη ο Τζακ διέκρινε ξεκάθαρα στο βυθό του φλυτζανιού ένα αποτρόπαιο φαλακρό κεφάλι και τα αρχικά «ΣΓ».