2.1

«Επιτέλους» σκέφτηκε η Mary και κάθισε αναπαυτικά στη καρέκλα της. Είχε μία ώρα που είχε φύγει ο διευθυντής και έτσι βρήκε την ευκαιρία λίγο να χαλαρώσει. Οι τελευταίες δεκαπέντε μέρες ήταν σκέτος εφιάλτης γι’ αυτή. Επικρατούσε πανικός στη “κλινική”. Άγνωστες φυσιογνωμίες μπαινόβγαιναν συνέχεια στο γραφείο του διευθυντή, και μερικές φορές έμεναν εκεί για ώρες. Στην ίδια είχε ανατεθεί να ξεθάψει από το αρχείο τους φακέλους των επίλεκτων. Δεκαπέντε μέρες δεν είχε σηκώσει κεφάλι και το μόνο που περίμενε ήταν να γυρίσει ο διευθυντής μιας και σήμερα που είχε τα έκτα του γενέθλιά ο γιος της, θα την άφηνε να πάει νωρίτερα σπίτι της.

Δεν είχε πρόβλημα με τη πολύ δουλειά, υπήρξαν περίοδοι που έκανε και τρεις δουλειές ταυτόχρονα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, όμως τώρα, είχε και αυτό το πονοκέφαλο που δεν έλεγε να την αφήσει με τίποτα εδώ και περίπου δύο εβδομάδες.

«Πρέπει να πάω σε κανένα γιατρό» είπε από μέσα της και εκείνη τη στιγμή μπήκε η Alicia, η δεύτερη γραμματέας του διευθυντή.

«΄Aντε σήκω, πάμε να συμμαζέψουμε, μπας και καταφέρεις και σε δει λίγο το παιδί σου σήμερα». Καθώς καθάριζε το γραφείο του διευθυντή σκεφτόταν ότι μάλλον δε θα πήγαινε ποτέ στο γιατρό μιας και ο πονοκέφαλος που είχε προφανώς προερχόταν από την ένταση των τελευταίων ημερών, γιατί και η Alicia ταλαιπωρούταν από τους ίδιους πονοκεφάλους δέκα μέρες τώρα.

Τότε κάτι τη σταμάτησε, μια περίεργη ησυχία που δε μπορούσε να ερμηνεύσει και που τις είχε κόψει την ανάσα. Σαν να είχαν σταματήσει τα πάντα να κινούνται στην κλινική. Πρόλαβε να κοιταχτεί για λίγο με τη Alicia στα μάτια…


«’Oλα εντάξει με την κλινική Tofilippo” είπε ο Torres καθώς έβλεπαν τον Jack να απομακρύνεται από το ελικόπτερο κρατώντας δυνατά στην αγκαλιά του το σπαθί του Bob και το φάκελο που περιείχε οδηγίες για να μπορέσει να τον εντοπίσει.

«όλα τα κανάλια μιλάνε για την έκρηξη »

«Έχεις ακόμα μια τελευταία εκκρεμότητα Luigi, για την ακρίβεια δύο» έιπε ο Tonperni και τράβηξε το βλέμμα του από τον Τζακ και κοίταξε το πιστόλι που ήταν στριμωγμένο κάτω από το κάθισμα.

1.1-7

"Έχω πονοκέφαλο" είπε ο Jack τρίβοντας τα μάτια του.
"Έχω εγώ το γιατρικό" απάντησε ο Bob, και με μια γρήγορη κίνηση έβγαλε το κατάνα από το θηκάρι και το έφερε πάνω από το κεφάλι του.
"Σε παρακαλώ κάντο να περ..." και κατεβάζοντας το σπαθί με μια απότομη κίνηση τον αποκεφάλισε...... στα 15 δευτερόλεπτα ζωής που έμεναν στον Jack σκεφτόταν ότι ίσως με ένα depon να ήταν πιο πολύ ευχαριστημένος.
(by spithros)

Όλα άρχισαν 1 χρόνο πριν. Χωρισμένος μετά από 2 χρόνια άψογης σχέσης με την Kate, αδειάζοντας το δεύτερο μπουκάλι Haig σε ένα παγκάκι της εικοστής δεύτερης λεωφόρου και με την βροχή να τον πιρουνιάζει ως το κόκαλο η φωνή της αντηχούσε ακόμα στα αυτιά του: ''Jack βαρέθηκα την μίζερη ζωή σου, τους άχρηστους φίλους σου και τα καμένα σαββατοκύριακα. Τελειώσαμε.''. Ήξερε ότι χρειαζόταν μια αλλαγή. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Και έπρεπε να την πάρει γρήγορα... Εκείνη τη στιγμή μια λάμψη άστραψε στα μάτια του...
(by gfoufoutos)

«Ναι! Αν υπάρχει μια λύση, μια διέξοδος από αυτή τη μαύρη κατάντια, θα την ξέρει αυτός. Αυτός και κανένας άλλος...». Ξεχνώντας ότι κρατούσε το μπουκάλι, προσπάθησε να στηριχτεί στο δεξί χέρι για να σηκωθεί από το παγκάκι. Μ' ένα κρακ ο λαιμός θρυμματίστηκε και κομματάκια γυαλιού χώθηκαν στην παλάμη και τα δάχτυλά του. «Μαλάκα!», σιγομουρμούρισε. Το ουίσκι αγκάλιασε τις πληγές και ο οξύς πόνος τον έκανε να ξεστομίσει άλλη μια βλαστήμια, αυτή τη φορά δυνατά. Αλλά δεν είχε άλλο χρόνο για χάσιμο. Τρεκλίζοντας διέσχισε τις λίγες γιάρδες που τον χώριζαν από τον τηλεφωνικό θάλαμο. Με ανυπομονησία έχωσε τα χέρια στις τσέπες του μουσκεμένου σακακιού. «Έχει γούστο να μην έχω ψιλά τώρα» πρόλαβε να σκεφτεί, πριν τα ακροδάχτυλα του αγγίξουν το κρύο μέταλλο του τελευταίου του δολαρίου. Αναστέναξε ανακουφισμένος. Καθώς έσπρωχνε το κέρμα στη σχισμή ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και όλες του τις ελπίδες συγκεντρωμένες σ' ένα σήμα επιλογής...
(by mitsaras)

Ναι, σκέφτηκε ξανά, ο Τοfilippo είναι ο μόνος που μπορεί να του χαρίσει την αλλαγή που θα τον έβγαζε από αυτό το αδιέξοδο... μία απροσδιορίστου φύλου φωνή ακούστηκε από την άλλη μεριά του ακουστικού:
"Tοfilippo Τοnperni, λέγεται παρακαλώ..."
"Είμαι ο Jack...." και ύστερα από μία παύση μερικών δευτερολέπτων συνέχισε: "Σκέφτηκα καλά την πρόταση σου , είμαι έτοιμος να αλλάξω."

Ο συνομιλητής του τού έδωσε μια σειρά από οδηγίες και ονόματα ανθρώπων που έπρεπε να συναντήσει. Προσπάθησε όσο καλύτερα μπορούσε να τα συγκρατήσει όλα στην μνήμη του και χωρίς να το καταλάβει είχε βγει ξανά στη δυνατή βροχή. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν ήδη καθ' οδόν για τον πρώτο σταθμό του περίεργου αυτού ταξιδιού του.

Είχε πλέον περάσει ένας μήνας από εκείνη την βροχερή νύχτα. Ο Jack ξύπνησε στο ράντζο μιας βρώμικης κλινικής όπου οι κατσαρίδες έκαναν τρελά πάρτι. Στον τοίχο απέναντι του υπήρχε μια κιτρινισμένη αφίσα από ένα εξωτικό νησί, τα αυτιά του βούιζαν σαν χύτρα που είναι έτοιμη να σκάσει και είχε το συναίσθημα ότι κάτι επάνω του είχε αλλάξει. Δεν ένιωθε ο παλιός του εαυτός. Δεν ήταν πια ο Jack.

(by Thanos Zakopoulos με guest writer Nikos. From Bulgaria with love)

Η "κλινική" του κυρίου Τonperni δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα στρατόπεδο αξιολόγησης και εκπαίδευσης περιθωριακών ατόμων της κοινωνίας. Μια "λεγεώνα των ξένων" του σύγχρονου κόσμου. Κρυμμένη σε ένα δάσος της Σαρδηνίας, μόλις μισή ώρα από το Κάλιαρι, η "Κλινική Τonperni" παρουσιαζόταν στον ταξιδιώτη σαν πολυτελής κλινική αποτοξίνωσης για επίλεκτα κακομαθημένα μέλη βορειοευρωπαϊκών οικογενειών. Πολύ λίγοι ήξεραν την βρώμικη πραγματικότητα.

Ο Τζακ ήταν ένας από αυτούς τους λίγους. Ήξερε πολύ καλά τι ζητούσε πηγαίνοντας στην Ιταλία. Τα οικονομικά ποτέ δεν ήταν και το φόρτε του αλλά ο κύριος λόγος του ταξιδιού του παρέμενε συγκλονιστικά απλός: να ξεχάσει. Η Kate όμως, ή τουλάχιστον η σκέψη της, δεν είχε ακόμη συμφωνήσει. Επέμενε να τον επισκέπτεται τα βράδια στον ύπνο του με το γλυκό της χαμόγελο κάτω από τις μικρές κόκκινες φακίδες στα μάγουλά της. Τον πλησίαζε και του χάιδευε το..."Τζακ Τζερεμάια!"
Η φωνή τον επανέφερε ανώμαλα στην πραγματικότητα.
"Τώρα αμέσως στο γραφείο του Διευθυντή!"

Το γραφείο του Διευθυντή ήταν στο ψηλότερο σημείο του οικήματος. Έβλεπε το απέραντο δάσος του Γκαντόνι αλλά -κυρίως- έβλεπε ολόκληρη την αυλή της κλινικής και τους πανύψηλους τοίχους που την περιέβαλλαν. Γνώριζε πως μια επίσκεψη στο διευθυντή σήμαινε δύο πράγματα: πρώτον, πως ήταν έτοιμος να αναλάβει την πρώτη του αποστολή. Και δεύτερον, λεφτά. Πολλά λεφτά.

(by civil)

Ανοίγοντας την βαριά ξύλινη πόρτα ο τζακ βγήκε στον διάδρομο. Ένας μακρύς διάδρομος με διακλαδώσεις και πολλές εισόδους και εξόδους. Ένας πραγματικός λαβύρινθος. Εύκολα μπορούσε κάποιος να χαθεί, ευτυχώς που ο Τζακ είχε ξαναβρεθεί στο γραφείου του κ. διευθυντή και δεν μπορούσε να μπερδευτεί.

Αν εξαιρέσουμε την βρωμιά, Η κλινική αποτέλεσε ένα παράδειγμα αναπαλαίωσης ενός παλιού αρχοντικού. Κανείς δεν γνωρίζει την παλαιότητα του οικήματος αλλά και κυρίως γιατί ένα τόσο μεγαλοπρεπές κτίσμα να βρίσκεται χωμένο στα δάση της Σαρδηνίας.

Ο Τζακ περπατούσε τον διάδρομο με το φως του ηλίου να δημιουργεί παιχνιδίσματα, σαν κρυστάλλινους πάγους που βρίσκονται αμετακίνητοι για μία αιωνιότητα. Οι τοίχοι με το σκούρο καφέ χρώμα τους βρίσκονται σε μόνιμη κόντρα με το φως της ημέρας. Ένα ατελείωτο παιχνίδι δίχως τέλος, δίχως νικητή. Επάνω τους βρίσκονται καρφωμένα πάμπολλα καντήλια
και κεριά για να δίνουν φως το βράδυ μιας και το ηλεκτρικό ρεύμα υπάρχει μόνο εκεί που χρειάζεται. Οι τοίχοι είναι στολισμένοι με διάφορους πίνακες ακραίου περιεχομένου. Η προσπάθεια των υπεύθυνων να παρουσιάσουν την «κλινική» σε κάτι άλλο από αυτό που είναι οδήγησε σε υπερβολικά αποτελέσματα άλλα άκρως επιτυχημένα.

Ξαφνικά ακούγονται γρήγορα βήματα και σιγανές φωνές. Ο Τζακ σταμάτησε και άρχισε να αφουγράζεται. οι ήχοι άρχισαν να γίνονται όλο και δυνατότεροι.

(by phantom writter)

Μια πόρτα άνοιξε πίσω του, και γυρίζοντας αντίκρισε τον δρα. Tonperni και τον συνεργάτη του Luigi Torres.
«Jack! Δεν έχουμε καθόλου χρόνο, μάζεψε τα πράγματα σου και κατέβα
στο ελικοδρόμιο στην αυλή. Τώρα!»
Τριάντα λεπτά πιο μετά, καθισμένοι και οι τρεις αναπαυτικά σε ένα ελικόπτερο που πέταγε 450 πόδια πάνω από το δάσος του Γκαντονι , ο Jack αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να ρωτήσει κάποια πράγματα.
«Είχαμε επαφή», είπε ο Tonperni, και αφήνοντας μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν , σαν για να κοπάσει ο γδούπος από τα λόγια του, πρόσθεσε:
«Ζει στο Παρίσι αυτή τη στιγμή, με το όνομα Bob Tyres. Είστε απολύτως συμβατοί, το ελέγξαμε. Όταν φτάσεις θα σου πούμε τι ακριβώς πρέπει να κάνεις. »
Επαφή! Ο Jack ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε αυτό.
Bob! Αστείο όνομα για ένα πλάσμα σαν αυτό. Η λέξη «δαίμονας», ταυτισμένη τόσους αιώνες με σαυροειδή πλάσματα με ουρά και κέρατα ήταν τελείως ακατάλληλη να περιγράψει την πραγματική φύση του Bob, ήταν όμως ότι πιο κοντινό υπήρχε για αυτήν στην αγγλική γλώσσα.
«Και στέλνετε εμένα? Είστε τρελοί? Τι ακριβώς περιμένετε να γίνει?»
«Ησύχασε Jack» είπε ήρεμα ο Tonperni, «o "Bob" είναι αποστάτης. Πιστεύουμε θα μας βοηθήσει.»
Η σκέψη του Jack πήγε σε ένα μπουκάλι Haig που έπρεπε να είχε κάτσει να τελειώσει 1 μήνα πριν, αντί να πάρει τηλέφωνο τον Tonperni. Πολύ αργά για αυτό τώρα.
«Jack, θα σου χρειαστεί και αυτό» είπε ο καθηγητής βγάζοντας από την τσάντα του ένα κατανα. Ένα κατανα που δεν χρειαζόσουν ένα μήνα ειδική εκπαίδευση στη Σαρδηνία για να καταλάβεις ότι δεν φτιάχτηκε σε αυτόν τον κόσμο. Αρκούσε να κοιτάξεις.
«Ήταν του Bob πριν έρθει στην κατοχή μας. Θα χαρεί να το δει, είμαι
σίγουρος.» είπε ο Tonperni.
Αυτό που δεν μπορούσε να ξέρει εκείνη τη στιγμή ο Jack ήταν ότι το κατανα αυτό θα του έκοβε τo κεφάλι σχεδόν έντεκα μήνες αργότερα, ενώ αυτό που δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί, ήταν ότι το ίδιο κατανα θα του χάριζε ξανά τη ζωή 3 μέρες πιο μετά.

(by orestis)