4.7

Nέα Υόρκη- 9 περίπου μήνες αργότερα.

Ο Jack έπαιζε νευρικά τα δάχτυλα του πάνω στο τραπέζι της καφετέριας Ambrosia της 45ης Avenue. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα υπομονετικός ως άνθρωπος, και αυτή η αναμονή τον σκότωνε. Κοίταξε για εκατοστή φορά το ρολόι του .

«Μα που είναι , πια? Μήπως συνέβη κάτι?»

Η Έλενα χαμογέλασε συγκαταβατικά.

«Θα έρθουν, μην ανησυχείς.»

Ο Jack άρχισε να στρίβει τσιγάρο , το μυαλό του προσπάθησε να βάλει σε τάξη τα γεγονότα των τελευταίων μηνών. Κυνηγημένος έφυγε από το Παρίσι και γύρισε σχεδόν όλο τον κόσμο προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει από τα μακριά χέρια της οργάνωσης του μακαρίτη – όπως έμαθε στην πορεία – Luigi Torres. Γνώρισε μαφιόζους της Κ. Ιταλίας, δείπνησε με δολοφόνους στην Ταϊλάνδη, φιλοξενήθηκε από δαίμονες στην Ν. Αφρική, γλίτωσε παρά τρίχα μια σφαίρα σε μια επαρχία της Κίνας. Ένα αδιάκοπο τρέξιμο από χώρα σε χώρα , από κακόφημο καταγώγι σε κακόφημο καταγώγι , από τον ένα θανάσιμο κίνδυνο στον άλλο. Και στη μέση όλων η Έλενα. Η υπέροχη . Η μυστηριώδης Έλενα.

Ποτέ δεν του εξήγησε ποιο είναι το σχέδιο της , ποτέ δεν κατάφερε να την ρωτήσει. Τα ήρεμα, πράσινα της μάτια τον κοίμιζαν, τον σαγήνευαν , τον αποχαύνωναν κάθε φορά που πήγαινε να της μιλήσει για τον σκοπό αυτού του τρελού κυνηγητού ανά την υφήλιο, πάντα τον έπειθαν όλα θα παν καλά , όλα είναι υπολογισμένα. Ώρες ώρες αναρωτιόταν αν κάποια δύναμη δαιμονική της επέτρεπε να μπαίνει στο μυαλό του και να το ποτίζει ηρεμιστικό όταν χρειάζεται .

Έφερε το τσιγάρο στο στόμα και πήγε να το ανάψει.

«Γεια σου Έλενα»

Ο Jack σήκωσε τα μάτια και είδε την εντυπωσιακή φιγούρα ενός άνδρα , γύρω στα 35 , με μακρύ μαύρο μαλλί πιασμένο κοτσίδα , και τεράστιους μυς να ξεπροβάλλουν κάτω από το πουλόβερ του . Τα μεγάλα, θλιμμένα , καστανά του μάτια ταίριαζαν απόλυτα με την θλίψη που κουβαλούσε η φωνή του.

Πίσω του ακριβώς στεκόταν ένας πιτσιρικάς, θα ‘ταν δεν θα ταν 18 χρονών, στην έκφραση του οποίου υπήρχε μια σοβαρότητα που δεν έδενε καθόλου με το υπόλοιπο νεανικό του παρουσιαστικό.

«Και εσύ ,να υποθέσω ,είσαι ο Jack Jeremaia . »

Το χέρι του Jack έπεσε ασυναίσθητα πάνω στο σπαθί που βρισκόταν σε μια θήκη δίπλα από την καρέκλα του.

4.6

Δεν δυσκολεύτηκε να παραγγείλει το αγαπημένο του ποτό. Το μπαρ στολισμένο με χαμηλά φώτα και κεριά δεν πρόδιδε την παρουσία του. Σερβιρίστηκε γρήγορα σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι. Ο φωτισμός ήτανε χαμηλός και η φλόγα του κεριού δίπλα του παιχνίδιζε δημιουργώντας χρυσές ανταύγειες στο πάγο του ποτηριού. Υπήρχε λίγος κόσμος, κυρίως ζευγαράκια που δεν έκρυβαν τον έρωτά τους. Το βουητό που έρχονταν από το εστιατόριο δεν ήτανε ικανό να χαλάσει την ήρεμη ατμόσφαιρα. Ο Τζακ χάζευε για λίγο τον χώρο και βυθίστηκε στις σκέψεις του.

Η σιωπή έπαψε με την σιγανή φωνή του μπάρμαν να του λέει «Το επόμενο ποτό σας είναι κερασμένο από την κυρία στο τραπέζι δίπλα στο πιάνο». Ο Τζακ γύρισε το κεφάλι του και είδε μία σκοτεινή σιλουέτα με ένα μακρύ καπέλο και μαύρο φόρεμα. «Βαρέθηκα τις περίεργες εμφανίσεις» σκέφτηκε και γύρισε το βλέμμα του προς το τραπέζι. Η γυναίκα τον κοίταζε επίμονα. Ο Τζακ δεν είχε τίποτε να χάσει. Στο μυαλό του οι αναμνήσεις της Λουσίας κάνανε πάρτυ χωρίς σταματημό. «Τι να κάνει άραγε η Λουσία; Για κάποιο λόγο με έστειλε εδώ και ποια στο διάολο είναι αυτή πάλι;» σκέφτηκε ο Τζακ και μην έχοντας τίποτε να χάσει έκανε κίνηση προς το τραπέζι. Μόλις έφτασε μία φωνή γλυκιά σχεδόν τραγουδιστή είπε «Ξέχασες να φέρεις το ποτό σου». Ο Τζακ δεν μίλησε αλλά εξέταζε την γυναίκα μπροστά του. Τα γαλάζια μάτια της αντανακλούσανε το φως του χώρου με αφύσικο τρόπο, τα μαλλιά της ριχτά στους γυμνούς ώμους της δημιουργούσανε ζωντανές σκιές στον τοίχο πίσω. Δεν πρέπει να ήτανε πάνω από 1,70 αλλά η ομορφιά της ξεπερνούσε κάθε τι που ο Τζακ είχε δει μέχρι τώρα.

Η γυναίκα έσπρωξε μία καρέκλα στον Τζακ για να κάτσει και έκανε νεύμα στον σερβιτόρο να πλησιάσει. «Μία τεκίλα με δύο πάγους» είπε «και στην κυρία ότι πίνει» συνέχισε ο Τζακ. «Το όνομά μου είναι ‘Ελενα Τόρρες» του συστήθηκε και ο Τζακ πάγωσε με το άκουσμα αυτών των λέξεων. «Τόρρες;» είπε σαστισμένος «Τι σχέση έχεις με τη Λουσία; Που είναι η Λουσία;». «Δεν έχει σημασία» του απάντησε, «θέλω να ξέρεις ότι σας παρακολουθώ από την αρχή και ότι ήταν επιθυμία της Λουσία να μη συναντηθούμε, εκτός αν…» δίστασε για λίγο και συνέχισε, «Τα πράγματα έχουν φτάσει εκτός ελέγχου , η Λουσία με έστειλε να σε βοηθήσω». Ο Τζακ έσφιξε τα δόντια του ένιωσε το κεφάλι του που πονούσε. «Πως διάολο έμπλεξα σε αυτήν την κατάσταση και που οδηγεί» είπε στον εαυτό του. Ύστερα αποκρίθηκε στην Ελένα. «ωραία, και τώρα...;» «Θα στα εξηγήσω όλα Τζακ, έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας, ας τελειώσουμε το ποτό μας», «αυτό που πρέπει να ξέρεις τώρα είναι ότι φεύγουμε από το Παρίσι»


By Phantom